ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΕΛΛΗΝΟΪΡΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

 ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΕΛΛΗΝΟΪΡΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

 

Τοῦ Γεωργίου Τσουκαλᾶ*.

 

Ἀπὸ τὸν καιρὸ τῶν Περσικῶν Πολέμων (490‒479 π.Χ.), τὴν ἐκστρατεία τοῦ Μεγαλέξανδρου στὴν Περσία (334-323 π.Χ.) ἤ ἕστω τὸν μεγάλο βυζαντινοπερσικὸ πόλεμο τοῦ Ἡρακλείου μὲ τοὺς Σασσανίδες (602-628 μ.Χ.), ὁ ἑλληνικὸς παράγοντας στὴν Ἐγγὺς καὶ Μέση Ἀνατολὴ βρίσκεται σὲ ἀδιατάρακτη, ὑπερχιλιετῆ εἰρήνη μὲ τοὺς Πέρσες, χωρὶς πολλὲς περιπλοκὲς καὶ ἰδιαίτερες ἀναφορές. Ἄλλωστε, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς Τούρκους, Σελτζούκους καὶ Ὀθωμανούς, οἱ ὁποῖοι ἐπηρεάστηκαν βαθύτατα ἀπὸ τὸν περσικὸ πολιτισμό, τὰ πολιτιστικὰ δάνεια τῶν νεώτερων Ἑλλήνων ἀπὸ τὸ Ἰρὰν εἶναι σχεδὸν ἀνύπαρκτα, καὶ οἱ δύο λαοὶ, Ἕλληνες καὶ Πέρσες, δὲν εἶχαν κατὰ τὴν τελευταία χιλιετία, καμία ἀξιόλογη ἱστορικὴ ἐπαφὴ καὶ πολιτιστικὴ διάδραση(1).

Οἱ σχέσεις τῆς νεώτερης Ἑλλάδας, μετὰ τὴν ἵδρυσή της μὲ τὸ Πρωτόκολλο τοῦ Λονδίνου (1830) μὲ τὸ Ἰρὰν ὑπῆρξαν ἀνέκαθεν συνεργατικὲς καὶ φιλικές (2). Ἄλλωστε οὐδέποτε τὰ δύο νεώτερα κράτη συνόρευσαν, ποτὲ δὲν πολέμησαν ἀναμεταξύ τους, καὶ οἱ δύο λαοὶ μὴν ἔχοντας τίποτα νὰ χωρίσουν, οὐδέποτε ἀντιμάχησαν. Τακτικὲς πλὴν τυπικὲς διπλωματικὲς σχέσεις τῆς Ἑλλάδας μὲ τὸ Ἰρὰν ἐγκαθιδρύθηκαν τὸ 1837, ὅταν ἐγκαταστάθηκαν ἑλληνικὲς προξενικὲς ἀρχὲς στὴν Ταυρίδα. Οἱ ἑλληνοϊρανικὲς σχέσεις ἐμπεδόθηκαν περαιτέρῳ τὸ 1861 διὰ τῆς ὑπογραφῆς μιᾶς διμεροῦς συνθήκης φιλίας, ποὺ ἀναφέρονταν στὸ ἐμπόριο καὶ τὴν ναυτιλία.

Ὀλιγάριθμοι Ἕλληνες ζοῦσαν ἐκεῖ μέχρις τὸν 19ο αἰῶνα. Στὶς ἀρχὲς ὅμως τοῦ 20ου αἰῶνα, ἰδίως μετὰ τὴν Μικρασιατικὴ Καταστροφή (1922), βρέθηκαν πρόσφυγες στὸ Ἰράν, Πόντιοι Ἕλληνες, γιὰ νὰ γλιτώσουν ἀπὸ τὴν συντελούμενη ἀπὸ τοὺς Τούρκους, σὲ βάρος τους γενοκτονία, ἐνισχύοντας ἔτσι τὸ ἑλληνικὸ στοιχεῖο στὴν Περσία(3)· μετὰ τὴν σύναψη τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ Συμφώνου Φιλίας (1930), ὑπεγράφη ἐκ νέου ἑλληνοϊρανικὴ συνθήκη φιλίας (1931), ποὺ ρύθμισε καὶ τὸ ζήτημα τῶν Ἑλλήνων προσφύγων στο Ἰράν. Μάλιστα, τὸ 1951, οἱ Ἑλληνες τῆς Περσίας οἰκοδόμησαν στὴν Τεχεράνη, ἕναν ἀληθινὰ περικαλλῆ χριστιανικὸ ναό, τὴν ἑλληνορθόδοξη ἐκκλησία τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Κατὰ τὸν 20ο αἰῶνα, ἡ γειτονικὴ Τουρκία πάντα βάρυνε περισσότερο γιὰ τὸ Ἰράν, λόγῳ καὶ τῶν κοινῶν ἀσιατικῶν συνόρων τῶν δύο αὐτῶν χωρῶν, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς κοινὲς πολιτιστικές τους ἀναφορές, σὲ γλῶσσα, ἱστορία καὶ θρησκεία, ποὺ πάντως σκιάζονταν συνεχῶς ἀπὸ τὴν διαφορὰ τοῦ δόγματος μεταξὺ τῶν Τούρκων σουνιτῶν καὶ τῶν Ἰρανῶν σιϊτῶν μουσουλμάνων(4). Ἀντιθέτως, ἡ Ἑλλάδα βρίσκονταν γεωγραφικῶς μακράν, σὲ ξένη ἤπειρο, στὴν Εὐρώπη, καὶ προσέγγιζε τὸ Ἰρὰν κυρίως μὲ τὴν ναυτιλία της, μὲ τοὺς ὁραματιστὲς ἐφοπλιστὲς καὶ τοὺς ἐπιδέξιους ναυτικούς της, ποὺ κατέπλεαν στὰ περσικὰ λιμάνια, σὰν διέπλεαν τὸν ἀρχαῖο Πορθμὸ τῆς Ἁρμοσίας, ἄλλως εἰπεῖν τὰ σύγχρονα Στενὰ τοῦ Ὀρμούζ. Μεταπολεμικὰ μάλιστα, οἱ ἑλληνοϊρανικὲς σχέσεις κατατυραννίστηκαν ἀπὸ τὸ λεγόμενο Σύμφωνο τῆς Βαγδάτης (1955-1979), ἀλλιῶς τὸν Ὀργανισμό Κεντρικῆς Συνθήκης (CENTO), μιὰ στρατιωτικὴ συμμαχία ποὺ ἱδρύθηκε ἀπό τὴν Τουρκία, τὸ Ἰράν, τὴν Βρετανία, τὸ Πακιστάν καὶ τὸ Ἰράκ. Τὸ Σύμφωνο τῆς Βαγδάτης σύντομα ἐργαλειοποιήθηκε ὡς τροχοπέδη, ἀπὸ τὴν ἑξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Τουρκίας, γιὰ νὰ παρεμποδίσει τὴν ἀνάπτυξη τῶν ἑλληνοϊρανικῶν σχέσεων, κατὰ τὴν περίοδο τοῦ φιλοδυτικοῦ καθεστῶτος τοῦ Σάχη στὸ Ἰράν, καὶ γιὰ νὰ ὑπονομεύσει τὸν κυπριακὸ ἑλληνισμό ποὺ ἀναζητοῦσε ἀδιαλείπτως τὴν ἕνωση μὲ τὴν Ἑλλάδα(5). Ἕνα ὑποθετικῶς φιλελληνικὸ Ἰρὰν στὰ ἐκτεταμένα ἀνατολικὰ σύνορα τῆς Τουρκίας - μιὰ ἀκραία πλὴν ἀπίθανη ὑπόθεση ποὺ πάντοτε προσέκαπτε στὴν ζῶσα μνήμη τῶν Ἰρανῶν πὼς ἡ ἀρχαία Περσικὴ Αὐτοκρατορία τῶν Ἀχαιμενιδῶν καταλύθηκε ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες καὶ στοὺς ἀνθελληνικοὺς θρήνους ποὺ ἀκόμη διατηροῦνται ὁλοζώντανοι στὴν λαϊκὴ περσικὴ παράδοση - θὰ ἔθετε ἐν ἀμφιβόλῳ τὶς ἰμπεριαλιστικὲς πολιτικὲς τῶν Τούρκων στὰ δυτικὰ σὲ βάρος τοῦ ἑλληνισμοῦ, εἰδικῶς στὴν κατὰ πλειοψηφία ἑλληνικὴ Κύπρο. Ἔτσι, ἐλέῳ τῆς Τουρκίας μὲ τὴν ὁποία τὸ Ἰρὰν περηφανεύεται πὼς ἔχει ἕνα ἀπό τὰ παλαιότερα στὴν παγκόσμια Ἱστορία σύνορο, τὴν σχεδὸν ἀμετάβλητη ἀπὸ τὴν Μάχη τοῦ Τσαλντιράν (1514) καὶ τὴν Συνθήκη τοῦ Ζουχάμπ (1639) ἰρανοτουρκικὴ μεθόριο, οἱ σύγχρονες ἑλληνοϊρανικὲς σχέσεις παρέμειναν ὑποτυπώδεις καθʼ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς μοναρχίας τοῦ δυτικόφιλου Σάχη, Μοχαμάντ Ρεζά Παχλαβί, στὸ Ἰράν, ἕως τὴν πτώση τῆς δυναστείας μὲ τὴν Ἰσλαμικὴ Ἐπανάσταση (1979).

Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν Ἰσλαμικὴ Ἐπανάσταση (1979), καὶ παρὰ τὸ φρέσκο ἄνοιγμα ποὺ ἔγινε στὶς ἑλληνοϊρανικὲς σχέσεις κατὰ τὴν διάρκεια τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 λόγῳ καὶ τῆς κυβερνητικῆς ἀλλαγῆς στὴν Ἑλλάδα (1981), αὐτὲς ποτὲ δὲν ὑπερέβησαν τὸ στάδιο τῶν ἐμπορικῶν καὶ οἰκονομικῶν συναλλαγῶν, καὶ ποτὲ δὲν ἔφθασαν στὸ ἐπίπεδο μιᾶς θεσμοποιημένης ἑλληνοϊρανικῆς πολιτικοστρατιωτικῆς συνεργασίας στὴν Ἀνατολή. Ἐξ ἄλλου, ἡ Ἑλλάδα ἀνῆκε πράγματι στὴν Δύση, ἀφʼ ἑνὸς ὡς παλαιὸ κράτος μέλος τῆς Βορειοατλαντικῆς Συμμαχίας (1952), στὸ στρατιωτικὸ σκέλος τῆς ὁποίας ἐπανῆλθε τὸ 1980, μετὰ τὴν ἀποχώρησή της τὸ 1974, διαμαρτυρόμενη γιὰ τὴν τουρκικὴ εἰσβολὴ στὴν Κύπρο, ἀφʼ ἑτέρου ὡς παλαιὸ κράτος μέλος τῆς Εὐρωπαϊκῆς Οἰκονομικῆς Κοινότητας (1981)(6). Προσέτι, ἡ Ἑλλάδα θεωροῦνταν πάντοτε στρατηγικὸς σύμμαχος τῶν Η.Π.Α., τοῦ κυριώτερου ἐχθροῦ τοῦ Ἰσλαμικοῦ καθεστῶτος τοῦ Ἰράν, ὅπως ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁ Ἀλὴ Χαμενεΐ εἶχε χαρακτηρίσει τὴν ἀμερικανικὴ ὑπερδύναμη (1982).

Ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Ἰσλαμιστικοῦ Ἰρὰν ἔναντι τοῦ ἑλληνισμοῦ στάθηκε ἡ Κύπρος, καὶ ἡ ἐπιτομὴ τῆς ἰρανικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἦταν ἡ ἐργαλειοποίηση τῆς ἔκνομης τουρκικῆς κατοχῆς τῆς βόρειας Κύπρου, ὥστε μὲ ἀντάλλαγμα τὴν μὴ ἀναγνώριση τοῦ τουρκοκυπριακοῦ ψευδοκράτους ποὺ ἀνακήρυξε παρανόμως ἡ Τουρκία (1983), νὰ ἐπιτυγχάνεται ἡ ἰδιότυπη οὐδετερότητα τῆς Κύπρου μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσης(7). Ἔτσι, τὸ Ἰρὰν ζήτησε στὴν διάσκεψη τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἰσλαμικῆς Συνεργασίας ποὺ συνῆλθε στὴν Νέα Ὑόρκη, τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 2014, μαζὶ μὲ τὴν Αἴγυπτο καὶ τὰ Ἡνωμένα Ἀραβικὰ Ἐμιρᾶτα, νὰ μὴν ἀναφέρεται τὸ τουρκοκυπριακὸ ψευδοκράτος ὡς «Τουρκικὴ Δημοκρατία τῆς Βόρειας Κύπρου», κατὰ τὴν συμμετοχὴ τῶν Τουρκοκυπρίων ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ παρατηρητῆ τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἰσλαμικῆς Συνεργασίας, ὅπως εἴθισται νὰ συμβαίνει στὸν ἐν λόγῳ διεθνῆ ὀργανισμὸ μετὰ τὸ 2004, ἐνῷ μέχρι τότε καὶ ἀπὸ τὸ 1979 οἱ Τουρκοκύπριοι συμμετείχαν ὡς παρατηρητὲς ὑπὸ τὴν ἰδιότητα μόνον τῆς τουρκοκυπριακῆς κοινότητας. Παρόλα αὐτά, τουλάχιστον ἀπὸ τὸ 2017, τὸ τουρκοκυπριακὸ ψευδοκράτος ξαναεμφανίζεται νὰ συμμετέχει ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ παρατηρητῆ, ἀναφερόμενο ὡς «Τουρκικὴ Δημοκρατία τῆς Βόρειας Κύπρου» στὰ συνέδρια τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἰσλαμικῆς Συνεργασίας. Μάλιστα, τὸ Ἰρὰν στὴν 51η Σύνοδο τοῦ Συμβουλίου Ὑπουργῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἰσλαμικῆς Συνεργασίας, ποὺ διεξήχθη τὸν Ἰούνιο τοῦ 2025 στὴν Κωνσταντινούπολη δὲν ἐξέφρασε ἐπιφυλάξεις στὰ σχέδια Ψηφίσματος ποὺ προώθησε ἡ Τουρκία γιὰ τὴν «Κατάσταση στὴν Κύπρο» καὶ τὸ «Καθεστὼς τῆς Τουρκικῆς Mουσουλμανικὴς Μειονότητας στὴ Δυτικὴ Θράκη καὶ τοῦ μουσουλμανικοῦ πληθυσμοῦ στὰ Δωδεκάνησα», ὅπως, εὐτυχῶς γιὰ τὰ ἑλληνικὰ ἔννομα συμφέροντα, ἔπραξαν ἕξι ἄλλα κράτη μέλη τοῦ ἐν λόγῳ Ὀργανισμοῦ, ἤτοι ἡ Αίγυπτος, ἡ Σαουδικὴ Ἀραβία, ὁ Λίβανος, τὸ Ἰράκ, τὸ Κουβέϊτ καὶ τὸ Μπαχρέϊν.  Σὺν τοῖς ἄλλοις, τὸ Ἰρὰν ὑποστήριξε τὴν παράνομη εἰσβολὴ τῆς Ρωσίας στὴν Οὐκρανία (2022), καὶ τὴν ρωσικὴ κατοχὴ οὐκρανικοῦ ἐδάφους κατὰ παράβαση τοῦ διεθνοῦς δικαίου, μιὰ στάση ποὺ εὐθέως εὐνοεῖ τὴν Τουρκία στὴν διαρκῆ ἀπόπειρά της νὰ νομιμοποιήσει τὴν παράνομη κατοχὴ ἐδάφους τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας ὡς προϊὸν τῆς εἰσβολῆς τοῦ 1974. Ἀντιδρῶντας στὴν ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ Ἰράν, ἡ Κύπρος ἐξέδωσε κοινὸ ἀνακοινωθὲν μὲ τὰ Ἡνωμένα Ἀραβικὰ Ἐμιρᾶτα, τὸν Δεκέμβριο τοῦ 2025, μὲ τὸ ὁποῖο ἡ Κυπριακὴ Δημοκρατία ἐπαναβεβαίωσε τὴν στήριξή της στὴν κυριαρχία τῶν Ἡνωμένων Ἀραβικῶν Ἐμιράτων σὲ τρία κατεχόμενα ἀπὸ τὸ Ἰρὰν νησιά, ποὺ ἐντοπίζονται στὸν ἀνατολικὸ Περσικὸ Κόλπο σιμὰ στὸ θαλάσσιο στόμιο τῶν Στενῶν τοῦ Ὀρμούζ, τὸ Μικρὸ Τούμπ, τὸ Μεγάλο Τούμπ καὶ τὸ Ἀμποὺ Μούσα(8). Τὰ τρία ἀραβικὰ νησιὰ κατελήφθησαν παρανόμως ἀπὸ τὸ Αὐτοκρατορικὸ Ἰρανικό Ναυτικό, στὶς 30 Νοεμβρίου 1971, λίγο μετὰ τὴν ἀποχώρηση τῶν βρετανικῶν ἀποικιακῶν δυνάμεων, παραμένοντας ἔκτοτε στὴν κατοχὴ τοῦ Ἰράν, κατὰ παραβίαση τῆς κυριαρχίας τῶν Ἡνωμένων Ἀραβικῶν Ἐμιράτων ἀλλὰ καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Ἀκολούθως, ἀντιδρῶντας μὲ τὴν σειρά του, τὸ Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν τοῦ Ἰράν ἐπέδωσε  ρηματικὴ διακοίνωση στὸν Πρέσβη τῆς Κύπρου στὴν Τεχεράνη, ἐκφράζοντας τὴν ἔντονη διαμαρτυρία τοῦ Ἰράν, ἰσχυριζόμενο πὼς τὰ τρία νησιά, τὸ Μικρὸ Τούμπ, τὸ Μεγάλο Τούμπ καὶ τὸ Ἀμποὺ Μούσα, ἀποτελοῦν ἀναπόσπαστο μέρος τοῦ ἐδάφους τοῦ Ἰράν, καὶ τονίζοντας ὅτι ἡ ἱστορική, ἀδιαμφισβήτητη καὶ ἀποτελεσματικὴ κυριαρχία τοῦ Ἰρὰν ἐπὶ τῶν νησιῶν εἶναι πέραν πάσης ἀμφιβολίας.

Τὸ Ἰρὰν ἐνδιαφέρθηκε ἐντονώτερα νὰ διεισδύσει οἰκονομικὰ στὴν Ἑλλάδα, μετὰ τὴν πρόσφατη χρεωκοπία της, τὸ ἔτος 2010, καὶ ἀφʼ ὅτου ὁ ἑλληνισμὸς κατέστη παρίας τῆς Δύσης καὶ παρ’ ὀλίγον ἀποσυνάγωγος τῆς Εὐρωζώνης. Κυρίως τὸ Ἰρὰν θέλησε νὰ βοηθήσει τὴν Ἑλλάδα μέσῳ τῆς προμήθειας ἀργοῦ πετρελαίου, σὲ μιὰ ἄγρια φάση ἐπικίνδυνης διεθνοῦς δυσπραγίας γιὰ τὴν χώρα. Ἔτσι τὸν Ἰανουάριο τοῦ 2016 ἡ κρατικὴ ἑταιρεία πετρελαίων τοῦ Ἰράν «NIOC» σύναψε συμφωνία γιὰ τὴν προμήθεια τῆς Ἑλλάδας μὲ ἰρανικὸ ἀργὸ πετρέλαιο μέσῳ τῆς ἑταιρείας «Ἑλληνικὰ Πετρέλαια». Αὐτὴ ἡ ἑλληνοϊρανικὴ σύμβαση ἔγινε συμβολικὰ ἡ πρώτη διεθνὴς ἐμπορικὴ συμφωνία τοῦ Ἰρὰν μετὰ τὴν ἄρση τῶν διεθνῶν οἰκονομικῶν κυρώσεων στὶς 16 Ἰανουαρίου 2016, λόγῳ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συμφωνίας γιὰ τὸ ἰρανικὸ πυρηνικὸ πρόγραμμα, ποὺ ἐπιτεύχθηκε τὸ 2015, ὅταν ἡ Διεθνὴς Ὑπηρεσία Ἀτομικῆς Ἐνέργειας διαπίστωσε τὴν συμμόρφωση τοῦ Ἰρὰν μὲ τὶς ἀνειλημμένες συμβατικές του ὑποχρεώσεις καὶ τοιουτοτρόπως ἤρθησαν οἱ διεθνεῖς κυρώσεις ποὺ ἀφοροῦσαν τὸν τραπεζικὸ τομέα, τὶς ἀσφάλειες, τὶς μεταφορὲς καί κατʼ ἐξοχὴν τὶς ἐξαγωγὲς πετρελαίου τοῦ Ἰράν. Ὅμως, ἡ ἑλληνοϊρανικὴ συμφωνία προμήθειας τῆς Ἑλλάδας μὲ ἰρανικὸ ἀργὸ πετρέλαιο δὲν μακροημέρευσε καὶ σύντομα περιέπεσε σὲ ἀνενέργεια καθὼς ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ πλευρά, ἤδη ἀπὸ το 2018, προκειμένου νὰ συμμορφωθεῖ ἡ Ἑλλάδα ὡς σύμμαχος χώρα, μὲ τὴν ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῶν Η.Π.Α.(9), κατὰ τὴν πρώτη διακυβέρνηση τοῦ Ντόναλντ Τράμπ, καὶ ὅταν οἱ Η.Π.Α. ἀποφάσισαν νὰ μὴν ἀνανεώσουν τὶς ἐξαιρέσεις ἀγορᾶς ἰρανικοῦ ἀργοῦ πετρελαίου, ποὺ ἐξέπνευσαν στὶς 2 Μαΐου 2019, γιὰ ὀκτὼ χῶρες μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ Ἑλλάδα.

Συνάμα, παρὰ τὸ ἔκδηλο ἀμοιβαῖο ἐνδιαφέρον γιὰ στενώτερη ἑλληνοϊρανικὴ συνεργασία, σὺν τῷ χρόνῳ, λόγῳ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν ποικίλων οἰκονομικῶν ἀντιξοοτήτων ποὺ προέκυψαν ἐν τῷ μεταξύ στὴν ἰρανικὴ κοινωνία, καὶ τῆς περιστολῆς τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ποὺ ἐπέβαλε τὸ θεοκρατικὸ καὶ ἀντιδυτικὸ καθεστῶς του, ἡ ἑλληνικὴ παροικία στὸ Ἰρὰν φυλλορρόησε, καὶ πλέον ἔχει σχεδὸν ἀφανιστεῖ. Ἀντιθέτως, στὴν Ἑλλάδα ὑφίσταται ἰκανὴ ἰρανικὴ παροικία. Τὸν Μάρτιο τοῦ 2023, οἱ ἑλληνικὲς ἀρχὲς, μέσῳ τῆς Ἑλληνικῆς Ὑπηρεσίας Πληροφοριῶν καὶ τῆς Ἀντιτρομοκρατικῆς, ἐξάρθρωσαν ἕνα τρομοκρατικὸ δίκτυο ποὺ σχεδίαζε ἐπιθέσεις κατὰ ἑβραϊκῶν καὶ ἰσραηλινῶν στόχων στὴν Ἀθήνα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἕνα ἑστιατόριο ποὺ λειτουργοῦσε ὡς ἑβραϊκὴ συναγωγὴ στὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας, μὲ τὰ στοιχεῖα νὰ μαρτυροῦν ἀνάμειξη τοῦ Ἰράν, ποὺ ὅμως διαψεύστηκε ἐπισήμως ἀπὸ τὴν ἰρανικὴ πρεσβεία στὴν Ἀθήνα ἡ ὁποία μάλιστα κατήγγειλε πὼς πρόκειται γιὰ «κατασκευασμένα σενάρια σιωνιστῶν».

Ἐπιπροσθέτως, τὸ Ἰρὰν ἐνοχλεῖται σφόδρα ἀπὸ ὁποιαδήποτε παρουσία δυτικῶν ὅπλων καὶ στρατευμάτων στὴν Κυπριακὴ Δημοκρατία, εἰδικῶς ἀμερικανικῶν καὶ γενικότερα τῶν κρατῶν μελῶν τοῦ ΝΑΤΟ, δίχως νὰ ἰσχύει ἡ ἴδια ἰρανικὴ ἐνόχληση γιὰ τὸν πολυάριθμο τουρκικὸ στρατὸ κατοχῆς στὴν βόρεια Κύπρο, ὁ ὁποῖος δὲν θεωρεῖται ἐχθρικὸς γιὰ τὴν στρατηγικὴ τοῦ Ἰρὰν στὴν Ἀνατολικὴ Μεσόγειο. Τὸ Ἰρὰν φαίνεται νὰ ἀνησυχεῖ πὼς ἐὰν ἡ Κυπριακὴ Δημοκρατία ἐνταχθεῖ στοὺς δυτικοὺς στρατιωτικοὺς θεσμοὺς καὶ ἐξοπλιστεῖ βαρύτερα, θὰ ἀποτελέσει πόλο περικύκλωσης ἐκ Δυσμῶν τοῦ σπουδαιότερου πληρεξουσίου του στὶς ἀκτὲς τῆς Λεβαντίνης, τῆς παραστρατιωτικῆς καὶ θρησκευτικοπολιτικῆς σιϊτικῆς ὀργάνωσης «Χεζμπολάχ» ἤ ἀλλιῶς «τοῦ Κόμματος τοῦ Θεοῦ», ποὺ ἐδρεύει στὸν Λίβανο - ἐξ οὗ καὶ ὁ ἡγέτης της, Χασὰν Νασράλα, ἀπείλησε τὸν Ἰούνιο 2024, λίγο πρὶν ἐξοντωθεῖ ἀπὸ τὸ Ἰσραήλ, μὲ ἐπίθεση τῆς Χεζμπολὰχ κατὰ τῆς Κύπρου. Φυσικὰ, τὸ Ἰρὰν ἠλεκτρίζεται ἀπὸ τὴν οἱαδήποτε στρατιωτικὴ συνεργασία τῆς Ἑλλάδας, καὶ κυρίως τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας, μὲ τὸ Ἰσραήλ(10).

Οἱ ἑλληνοϊρανικὲς σχέσεις δυσκόλευσαν περαιτέρῳ μετὰ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 2023 καὶ τὴν ἐπίθεση ἐναντίον τοῦ Ἰσραὴλ, ποὺ ἐξαπέλυσε ἡ «Χαμὰς» ἤ ἀλλιῶς τὸ «Ἰσλαμικὸ Κίνημα Ἀντίστασης», μιὰ παλαιστινιακὴ σουνιτικὴ ἰσλαμιστικὴ πολιτικοστρατιωτικὴ ὀργάνωση ποὺ ἱδρύθηκε τὸ 1987 καὶ κυβερνοῦσε τὴν Λωρίδα τῆς Γάζας ἀπὸ τὸ 2007, ἐνεργῶντας ὡς μακρὰ χείρα τοῦ Ἰράν. Λόγῳ τῆς ἔκτοτε στοχοποίησης τοῦ ἑλληνικοῦ ἐφοπλισμοῦ ὡς πράκτορα τῆς Δύσης στὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα ἀπὸ τὸν ἕτερο πληρεξούσιο τοῦ Ἰρὰν, τὴν φυλὴ τῶν Χούθι τῆς Ὑεμένης, ἡ Ἑλλάδα ἀναγκάστηκε νὰ ἐκστρατεύσει στὴν περιοχὴ, γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐλευθερίας τῆς διεθνοῦς ναυσιπλοΐας, κατʼ ὄνομα ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς στρατιωτικῶς ἀνύπαρκτης Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης καὶ μέσῳ τῆς ἐπιχείρησης ποὺ ξεκίνησε τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2024 μὲ τὸ ἀμετάφραστο ἑλληνικὸ ὄνομα «Ἀσπίδες» (Aspides), τὸ στρατηγεῖο τῆς ὁποίας ἑδρεύει στὴν Λάρισα.

Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ πολέμου ποὺ ξέσπασε στὶς 28 Φεβρουαρίου 2026, μεταξὺ Η.Π.Α., Ἰσραὴλ καὶ Ἰράν, καὶ προκειμένου νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν ἀδύναμη Κυπριακὴ Δημοκρατία, ἡ Ἑλλάδα ἔστειλε γιὰ πρώτη φορὰ μετὰ τὴν τουρκικὴ εἰσβολὴ τοῦ 1974, πολεμικὰ ἀεροσκάφη καὶ πλοῖα στὴν Κύπρο. Ταυτοχρόνως, ἡ Ἑλλάδα μετέφερε ἀνατολικότερα στὴν ἐπικράτειά της, ἀντιβαλλιστικὰ πυραυλικὰ συστήματα, ποὺ ἐγκατέστησε στὴν Ἀλεξανδρούπολη καθὼς καὶ στὸ στρατηγικὸ νησὶ τῆς Καρπάθου. Κατʼ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἡ Ἑλλάδα ἄδραξε τὴν διεθνῆ συγκυρία ὥστε νὰ ἐνισχύσει τὸν ἔλεγχο στὸν ζωτικὸ χῶρο της(11).

Ἐν τέλει, τὰ στρατηγικὰ συμφέροντα τοῦ ἰσλαμικοῦ καθεστῶτος τοῦ Ἰρὰν καὶ τῆς Ἑλλάδας δὲν συμπίπτουν στὴν Ἀνατολικὴ Μεσόγειο. Ἄλλωστε, μὲ γεωπολιτικοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι ὡς γνωστὸν ἐμφανίζουν μία διαχρονία, ποτὲ τὰ ἑλληνικὰ καὶ περσικὰ στρατηγικὰ συμφέροντα δὲν συνέπιπταν στὴν Ἐγγὺς καὶ Μέση Ἀνατολὴ ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα, καὶ ὅποτε οἱ δύο πόλοι ἰσχύος συναντήθηκαν, δυστυχῶς συγκρούστηκαν. Στὴν σύγχρονη ἐποχὴ, ἡ γεωγραφικὴ παρεμβολὴ ἄλλων κρατῶν μεταξὺ ἑλληνισμοῦ καὶ Ἰρὰν, ἔχει διαφυλάξει τὴν ἑλληνοϊρανικὴ εἰρήνη, καὶ τὴν εἰλικρινῆ φιλία μεταξὺ τῶν δύο λαῶν γιὰ αἰῶνες. Συνεπῶς τὸ ἱστορικὸ μυστικὸ γιὰ τὴν διατήρηση τῆς νεώτερης μακρᾶς παράδοσης τῆς ἑλληνοϊρανικῆς φιλίας, εἶναι ἡ ἀποφυγὴ ἄμεσης ἐπαφῆς τῶν δύο πόλων, ἑλληνισμοῦ καὶ Ἰράν, μὲ ὅρους ἀνταγωνιστικούς.

Γιὰ αὐτό, ἡ Ἑλλάδα καὶ ἡ Κύπρος, καλύτερα κατὰ κανόνα, νὰ ἀποφύγουν τὴν βαθύτερη ἐμπλοκή τους κατὰ τοῦ Ἰράν, παρουσιαζόμενες στρατιωτικοπολιτικὰ σὲ περιοχὲς ποὺ συνιστοῦν ζωτικὲς ζώνες τοῦ Ἰράν, ἰδίως ἐναντίον τοῦ ἴδιου τοῦ Ἰράν. Ἄλλωστε, ὁ ἑλληνισμὸς μᾶλλον δὲν ἔχει νὰ προσδοκᾶ καμιὰ ριζικὴ μεταβολὴ ὑπέρ του, στὶς ἱστορικὰ ἐπὶ αἰῶνες καὶ ἀνεξαρτήτως ἰρανικοῦ καθεστῶτος σταθερὲς τουρκοϊρανικὲς σχέσεις, ὅπως συμβολίζονται στὴν ἀμετάβλητη ἐπὶ πέντε αἰῶνες τουρκοϊρανικὴ μεθόριο, μέσῳ μιᾶς οἱασδήποτε ἐσωτερικῆς πολιτικῆς ἀλλαγῆς στὸ Ἰράν, ἄν καὶ Τουρκία καὶ Ἰρὰν ἐχουν ἀνταγωνιστικὲς σχέσεις γιὰ ἐπιρροὴ στὴν Μέση Ἀνατολή – βέβαια ἕνα δυτικὸ Ἰρὰν ἐνδεχομένως νὰ μείωνε τὴν σημασία τῆς Τουρκίας γιὰ τὴν Δύση. Ἀντιστρόφως, τὸ Ἰρὰν πρέπει νὰ ἀποφεύγει τὴν ἀνάμειξή του στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Κύπρο, καὶ νὰ σεβαστεῖ τὴν κυριαρχία τοῦ νεώτερου ἑλληνισμοῦ στὸ ἱστορικὸ λίκνο του, καθὼς καὶ τὶς συμμαχικὲς ἐπιλογές του.

 

* Ὁ Γεώργιος Τσουκαλᾶς εἶναι Δικηγόρος παρ’ Ἀρείω Πάγω LL.M., D.E.S., ἀπόφοιτος τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης (2003), μὲ μεταπτυχιακὲς σπουδὲς στὸ Δημόσιο Διεθνὲς Δίκαιο στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Νότινγχαμ (LL.M. in Public International Law, University of Nottingham, 2005), καὶ στὸ Διεθνὲς καὶ Εὐρωπαϊκὸ Δίκαιο στὸ Καθολικὸ Πανεπιστήμιο τῆς Λουβαὶν (D.E.S. en Droit International et Européen, Université Catholique de Louvain, 2006). Τὸ ἄρθρο δημοσιεύθηκε τὴν 17η Μαρτίου 2026.

 

 

1.    Stephen Kinzer, Reset: Iran, Turkey, and America's Future, σελ. 84–89, Times Books (2010).

2.    Anastasia Yiangou, George Kazamias, και Robert Holland, The Greeks and the British in the Levant, 1800-1960s: Between Empires and Nations, σελ. 42, Routledge (2016).

3.    Anastasia Yiangou, George Kazamias, και Robert Holland, The Greeks and the British in the Levant, 1800-1960s: Between Empires and Nations, σελ. 112, Routledge (2016).

4.    Stephen Kinzer, Reset: Iran, Turkey, and America's Future, σελ. 145-148, Times Books (2010).

5.    Άγγελος Συρίγος, Ελληνοτουρκικές σχέσεις, σελ. 234–239, Εκδόσεις Πατάκη, (2015).

6.    Spyridon Litsas και Aristotle Tziampiris, The Eastern Mediterranean in Transition: Multipolarity, Politics and Power, σελ. 77, Routledge (2016).

7.    Άγγελος Συρίγος, Ελληνοτουρκικές σχέσεις, σελ. 412, Εκδόσεις Πατάκη, (2015).

8.    Spyridon Litsas και Aristotle Tziampiris, The Eastern Mediterranean in Transition: Multipolarity, Politics and Power, σελ. 143-146, Routledge (2016).

9.    Amikam Nachmani, Israel, Turkey and Greece: Uneasy Relations in the East Mediterranean, σελ. 65, Routledge (2005).

10. Amikam Nachmani, Israel, Turkey and Greece: Uneasy Relations in the East Mediterranean (London: Routledge, 2005), 98–102.

11. Spyridon Litsas και Aristotle Tziampiris, The Eastern Mediterranean in Transition: Multipolarity, Politics and Power, σελ. 210, Routledge (2016).


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«ΝΟΜΙΚΟΜΑΧΙΑ» ΣΤΟ ΣΤΕΝΟ ΤΟΥ ΟΡΜΟΥΖ

ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΪΡΑΝΙΚΗ ΝΙΚΗ;

ΤΟ «ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ» ΤΩΝ Η.Π.Α. ΜΕ ΤΟ ΙΡΑΝ