Η ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ
Η ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ.
Του Γεωργίου Τσουκαλά*.
« — Οι ρίζες μας είναι ελληνικές» (Nos racines sont grecques) λένε συχνά-πυκνά οι Γάλλοι για τον εαυτό τους. Από τους τρεις μεγάλους λαούς της Ευρώπης, Άγγλους, Γάλλους και Γερμανούς, πιο κοντινοί και παρόμοιοι προς τους Έλληνες στάθηκαν οι Γάλλοι. Πράγματι, η νεώτερη Ελλάδα, μέσω της Γαλλίας, δεν αισθάνεται τον κόσμο της Δυτικής Ευρώπης ως αλλότριο, αλλά νιώθει πως βρίσκεται στον ίδιο, οικείο ευρωπαϊκό πολιτισμό. Τούτη η παραδοσιακή ελληνογαλλική πολιτιστική οικειότητα αποτέλεσε το ντύμα των κοινών σύγχρονων συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο, που επέβαλαν προοδευτικά μια σύγχρονη ελληνογαλλική στρατηγική εταιρική σχέση.
Προάγγελος αυτής της ελληνογαλλικής στρατηγικής εταιρικής σχέσης, στάθηκε η ελληνογαλλική «Διακήρυξη» της 6ης Ιουνίου 2008 για την άμυνα και την ασφάλεια. Αργότερα, ήρθε ως επιστέγασμα η ελληνογαλλική «Διακήρυξη» της 23ης Οκτωβρίου 2015 για μια Στρατηγική Εταιρική Σχέση, όπως αποτυπώθηκε με τον ελληνογαλλικό «Οδικό Χάρτη» της 3ης Ιουνίου 2016. Εν τέλει υπογράφηκε στο Παρίσι στις 28 Σεπτεμβρίου 2021 η ελληνογαλλική «Συμφωνία για την εγκαθίδρυση στρατηγικής εταιρικής σχέσης για τη συνεργασία στην άμυνα και την ασφάλεια», η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 4841/2021 (Φ.Ε.Κ. Α’ 187/2021). Αυτή η συμφωνία ανανεώθηκε και τροποποιήθηκε με την «Συμφωνία για την ανανέωση της στρατηγικής εταιρικής σχέσης για τη συνεργασία στην άμυνα και την ασφάλεια» που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2026.
Η ελληνογαλλική «Συμφωνία για την εγκαθίδρυση στρατηγικής εταιρικής σχέσης για τη συνεργασία στην άμυνα και την ασφάλεια» διαρθρώνεται σε 31 άρθρα που καθιερώνουν ένα σύστημα στενών διαβουλεύσεων και εντατικής συνεργασίας στους τομείς, της στρατηγικής συνεργασίας (άρθρα 1-9), της εξωτερικής πολιτικής (άρθρα 10-14), της στρατιωτικής συνεργασίας (άρθρα 15-23), των εξοπλισμών και των βιομηχανιών άμυνας και ασφάλειας (άρθρα 24-27). Στην Συμφωνία συμπεριλαμβάνεται ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής με χρήση ένοπλης βίας σε περίπτωση επίθεσης κατά της επικράτειας εκάστου των συμβαλλομένων (άρθρο 2). Η ελληνογαλλική συνεργασία συμφωνείται να καταπιάνεται με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, την διάδοση των Όπλων Μαζικής Καταστροφής, τον έλεγχο των εξοπλισμών, τις ενεργειακές προκλήσεις, την μετανάστευση, την θαλάσσια ασφάλεια, τις υβριδικές απειλές, την παραπληροφόρηση, τις ρηξικέλευθες τεχνολογίες και την τεχνητή νοημοσύνη (άρθρα 6, 11, 16). Ειδικά, η ελληνογαλλική στρατιωτική συνεργασία αναπτύσσεται στα ενδεικτικά πεδία α’) ανταλλαγής εκπαιδευτών και φοιτητών από στρατιωτικά ιδρύματα, β´) συμμετοχής σε μαθήματα θεωρητικής και πρακτικής κατάρτισης, σεμινάρια, συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης και συμπόσια, που διοργανώνονται από στρατιωτικούς και πολιτικούς φορείς αμυντικού ενδιαφέροντος, γ´) ανταλλαγής Αξιωματικών-Συνδέσμων (ΑΣ), δ´) ανταλλαγής επισκέψεων σε στρατιωτικούς και πολιτικούς φορείς αμυντικού ενδιαφέροντος, ε´) ενδιαμέσων στάσεων και επισκέψεων σε κρατικά αεροσκάφη και πολεμικά πλοία, στ’) χρήσης προκαθορισμένων θαλάσσιων λιμένων και αερολιμένων για εκπαίδευση και επίγνωση του περιβάλλοντος της περιοχής, ζ´) ειδικών και χωριστών διευθετήσεων που διευκολύνουν την επιχειρησιακή χρήση εγκαταστάσεων θαλασσίων λιμένων και αερολιμένων αμφοτέρων των Μερών, η´) κοινών δραστηριοτήτων, εκπαίδευσης και στρατιωτικών ασκήσεων είτε επί του εδάφους είτε επί Ελληνικών ή Γαλλικών Κρατικών πλοίων ή αεροσκαφών, στο πλαίσιο της αυξημένης ναυτικής παρουσίας της Γαλλίας στην Μεσόγειο ή της κοινής συμμετοχής σε διμερείς ή πολυμερείς ασκήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο Πέλαγος, θ´) ανταλλαγής γνώσεων και εμπειρίας στους τομείς των επιχειρήσεων στο εξωτερικό, των ειρηνευτικών επιχειρήσεων του ΟΗΕ καθώς και της χρήσης στρατιωτικού εξοπλισμού, ι´) συμμετοχής σε κοινές αναπτύξεις δυνάμεων ή αναπτύξεις σε θέατρα επιχειρήσεων προς υποστήριξη κοινών συμφερόντων, όπως, για παράδειγμα, τις υπό γαλλική διοίκηση επιχειρήσεις στο Σαχέλ, ια´) συνεκπαίδευσης μεταξύ των Ειδικών Δυνάμεων, ιβ´) συνεργασίας στους τομείς αναγνώρισης απειλών στον κυβερνοχώρο και ανάπτυξης ικανοτήτων κυβερνο-άμυνας, ιγ´) συνεργασίας στους τομείς αναγνώρισης υβριδικών απειλών και ανάπτυξης κατάλληλων τρόπων αντιμετώπισης, ιδ´) αμοιβαίας υποστήριξης αναφορικά με τη συμμετοχή σε πολυεθνικές αμυντικές δομές, όπως για παράδειγμα η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Επέμβασης (ΕΙΕ), ιε´) οποιωνδήποτε άλλων δραστηριοτήτων, οι οποίες συμφωνούνται από κοινού από τα Μέρη στη βάση του κοινού τους συμφέροντος (άρθρο 18). Ως προϊόν της ελληνογαλλικής συνεργασίας επιδιώκεται, όχι μόνον ο καθορισμός κοινών θέσεων, αλλά και η από κοινού δράση, τόσο στις σχέσεις Ελλάδας και Γαλλίας με τις Η.Π.Α. την Ρωσία και την Κίνα, όσο και έναντι των κυριοτέρων περιφερειακών δυνάμεων, κατʼ εξοχήν στην Μεσόγειο Θάλασσα, στην Μέση Ανατολή, στην Αφρική και στα Βαλκάνια, επί σκοπώ πάντοτε ενίσχυσης του ρόλου της Ευρώπης. Προβλέπεται μάλιστα η σύσταση μιας Διευθύνουσας Επιτροπής (άρθρο 9) που θα συνέρχεται κατ’ έτος για την επίβλεψη της διμερούς στρατηγικής συνεργασίας· επίσης, ορίζεται η στενή συνεργασία μεταξύ των Υπουργείων Εξωτερικών, συμπεριλαμβανομένων των διπλωματικών αποστολών και προξενικών αρχών (άρθρα 13-14), όπως και οι διαβουλεύσεις των Υπουργών Άμυνας (άρθρο 16) αλλά και οι κατ’ έτος συναντήσεις των διακλαδικών Επιτελείων (άρθρο 23), και η σύσταση μιας κοινής Επιτροπής Εξοπλισμών (άρθρα 26-27) που ομοίως θα συνέρχεται τουλάχιστον κατ’ έτος. Αποκλείεται η προσφυγή των δύο συμβαλλομένων μερών σε δικαιοδοτικά όργανα για την επίλυση τυχόν διαφορών μεταξύ τους, και ορίζεται ρητώς πως κάθε ανακύπτουσα διαφορά σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Συμφωνίας επιλύεται αποκλειστικά μέσω διαβουλεύσεων και διαπραγμάτευσης (άρθρο 28). Η χρονική διάρκεια ισχύος της Συμφωνίας ορίζεται πενταετής με δυνατότητα ανανέωσης με νέα ρητή συμφωνία (άρθρο 31 παρ. 2). Η Συμφωνία μπορεί να τροποποιηθεί συναινετικά (άρθρο 31 παρ. 3), αλλά και να καταγγελθεί μονομερώς με προηγούμενη προ έτους γνωστοποίηση (άρθρο 31 παρ. 4).
Ακολούθως, δυνάμει της «Συμφωνίας για την ανανέωση της στρατηγικής εταιρικής σχέσης για τη συνεργασία στην άμυνα και την ασφάλεια» που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2026, τροποποιήθηκε και ανανεώθηκε η αρχική Συμφωνία. Ειδικότερα, προστέθηκε στο άρθρο 18 της αρχικής Συμφωνίας, μία δέκατη έκτη (ιστ´) περίπτωση στρατιωτικής συνεργασίας, για την διευκόλυνση της ad hoc ανάπτυξης στρατιωτικών μονάδων στην επικράτεια καθενός από τα δύο Μέρη, ανάλογα με τις ανάγκες (άρθρο 2 παρ. 1). Επίσης, τροποποιήθηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 31 της αρχικής Συμφωνίας, προβλεπομένης πλέον της σιωπηρής ανανέωσής της, μέσω διαδοχικών πενταετιών παρατάσεως της ισχύος της, εκτός και αν μεσολαβήσει μονομερής καταγγελία της συμφωνίας, η οποία πρέπει να γνωστοποιηθεί τουλάχιστον έξι μήνες πριν την λήξη της (άρθρο 2 παρ. 3). Τέλος, προστέθηκε ένα Παράρτημα (άρθρο 2 παρ. 4), στο οποίο ορίζεται πως ο έλεγχος των εξαγωγών εξοπλισμών θα γίνεται με σεβασμό στις διεθνείς δεσμεύσεις και σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία εκάστου συμβαλλόμενου μέρους, και επίσης πως η Γαλλική Υπηρεσία Αμυντικής Καινοτομίας θα συνεργάζεται με το Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας, για την κάλυψη αναγκών α’) έγκαιρης προειδοποίησης, β’) χερσαίων συστημάτων, γ’) δορυφόρου στρατιωτικών επικοινωνιών, δ’) κρούσης σε βάθος, ε’) ναυτικών συστημάτων, στ’) συστημάτων διοίκησης και ελέγχου, ζ’) μη επανδρωμένων συστημάτων, η’) καινοτομίας, θ’) κάθε άλλης μελλοντικής συνεργασίας αμοιβαίου ενδιαφέροντος, ανάλογα με τις στρατηγικές εξελίξεις και τις δυνατότητες στην Ευρώπη.
Αν και η «Συμφωνία για την εγκαθίδρυση στρατηγικής εταιρικής σχέσης για τη συνεργασία στην άμυνα και την ασφάλεια» υπερχειλίζει από κρίσιμες διατάξεις που σηματοδοτούν την στενότατη συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας, η πλέον διάσημη πρόβλεψή της είναι η ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συμφωνίας προβλέπεται πως «Τα Μέρη παρέχουν το ένα στο άλλο βοήθεια και συνδρομή, με όλα τα κατάλληλα μέσα που έχουν στην διάθεσή τους, κι εφόσον υφίσταται ανάγκη με τη χρήση ένοπλης βίας, εάν διαπιστώσουν από κοινού ότι μία ένοπλη επίθεση λαμβάνει χώρα εναντίον της επικράτειας ενός από τα δύο, σύμφωνα με το Άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών». Πως όμως ερμηνεύεται και εφαρμόζεται αυτή η ρήτρα; Όπως ρητώς ορίζεται στο Άρθρο 2 της Συμφωνίας, η ρήτρα αμυντικής συνδρομής εφαρμόζεται σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο της χρήσης ένοπλης βίας, ιδίως τον Χάρτη του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών και το άρθρο 51 αυτού, περί νόμιμης άμυνας, που ορίζει πως «Καμιά διάταξη αυτού του Χάρτη δε θα εμποδίζει το φυσικό δικαίωμα της ατομικής ή συλλογικής νόμιμης άμυνας, σε περίπτωση που ένα Μέλος των Ηνωμένων Εθνών δέχεται ένοπλη επίθεση, ως τη στιγμή που το Συμβούλιο Ασφαλείας θα πάρει τα αναγκαία μέτρα για να διατηρήσει τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια· τα μέτρα που θα παίρνουν τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών κατά την άσκηση αυτού του δικαιώματος της νόμιμης άμυνας θα ανακοινώνονται αμέσως στο Συμβούλιο Ασφαλείας, και σε καμία περίπτωση δε θα θίγουν την εξουσία και την υποχρέωση που έχει το Συμβούλιο Ασφαλείας, σύμφωνα με αυτόν το Χάρτη, να αναλαμβάνει οποτεδήποτε τη δράση που κρίνει αναγκαία για τη διατήρηση ή για την αποκατάσταση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας». Προσέτι, για την ενεργοποίηση της ελληνογαλλικής ρήτρας αμυντικής συνδρομής πρέπει να λαμβάνει χώρα επίθεση στην «επικράτεια» των συμβαλλομένων, δηλαδή στην γεωγραφική ζώνη όπου ασκείται η κρατική κυριαρχία, ήτοι στο έδαφος και στα χωρικά ύδατα. Επίσης, σύμφωνα με τα γενικώς ισχύοντα στο διεθνές δίκαιο της χρήσης ένοπλης βίας, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις ώστε να υφίσταται δικαίωμα νόμιμης άμυνας: α’) να λαμβάνει χώρα ένοπλη επίθεση (armed attack), πραγματική, παρούσα και άμεση (imminent), όχι δηλαδή υποθετική ή μελλοντική, β’) να συντρέχει αναγκαιότητα (necessity) στην χρήση ένοπλης βίας για την άμυνα του κράτους, δηλαδή να μην απομένει άλλη επιλογή και η ένοπλη αντίδραση να είναι η τελευταία λύση, γ’) να υπάρχει αναλογικότητα (proportionality) στην χρήση ένοπλης βίας, συνεπώς η άμυνα να είναι ανάλογη της επίθεσης και η καταφυγή στην ένοπλη βία να μην υπερβαίνει τα απαραίτητα όρια που επιβάλλονται για την απόκρουση της επίθεσης και την αποκατάσταση της ασφάλειας, δ’) η άμυνα να αποσκοπεί στην προστασία της εδαφικής ακεραιότητας και της πολιτικής ανεξαρτησίας του κράτους, δηλαδή στην απόκρουση της επίθεσης και στην αποκατάσταση του status quo ante, ούτως ώστε να μην μετατρέπεται σε τιμωρητική επίθεση, άγοντας ιδίως σε κατάληψη εδαφών, πράξη που θα καθιστούσε την άμυνα παράνομη, ε’) να ανακοινώνεται η χρήση ένοπλης βίας ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών, μέχρι το Συμβούλιο Ασφαλείας να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Επίσης, η ρήτρα αμυντικής συνδρομής συνυπάρχει με τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων στο πλαίσιο της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας (ΝΑΤΟ) και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να τις παρακάμπτει, και έτσι στο Άρθρο 30 των Τελικών Διατάξεων ορίζεται πως «Τα Μέρη εφαρμόζουν τις διατάξεις της παρούσας Συμφωνίας σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις τους και τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις τους».
Έχει η συμφωνία αμυντικής συνδρομής αυτόματη εφαρμογή σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης; Θα προστρέξει αυτομάτως η Γαλλία να συστρατευθεί με την Ελλάδα και αντιστρόφως, στην περίπτωση κατά την οποία μία εκ των δύο χωρών δεχθεί ένοπλη επίθεση; Όχι, γιατί η συνδρομή που προβλέπεται από τη Συμφωνία είναι μεν μια δεσμευτική διεθνής υποχρέωση και όχι μια απλή πολιτική δήλωση, όμως εξαρτάται από κρατική απόφαση για το είδος, το εύρος και τον τρόπο παροχής βοήθειας. Δεν εφαρμόζεται δηλαδή αυτομάτως με την έναρξη μιας επίθεσης, αν και η μη παροχή καθόλου συνδρομής, χωρίς νόμιμη αιτία, μπορεί να εγείρει ζήτημα διεθνούς ευθύνης του παραβάτη της υποχρέωσης.
Θα μπορούσε η Ελλάδα να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο ή σε διαιτησία, αν η Γαλλία παραβιάσει την Συμφωνία, και αντιστρόφως; Όχι, γιατί σύμφωνα με το Άρθρο 28 της Συμφωνίας ορίζεται πως «κάθε διαφορά μεταξύ των Μερών σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της παρούσας Συμφωνίας επιλύεται αποκλειστικά μέσω διαβουλεύσεων και διαπραγμάτευσης μεταξύ των Μερών». Η Συμφωνία χαρακτηρίζεται από την έλλειψη ρήτρας διεθνούς δικαιοδοσίας, δηλαδή δεν αναγνωρίζει, και μάλιστα αποκλείει το δικαίωμα προσφυγής των μερών στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ή σε άλλο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, στην περίπτωση παραβίασης των όρων της.
Μπορεί η Ελλάδα να εξαναγκάσει την Γαλλία να τηρεί αυτήν την Συμφωνία, και αντιστρόφως; Όχι, η Ελλάδα δεν μπορεί να εξαναγκάσει μονομερώς την Γαλλία να τηρήσει την Συμφωνία, διότι ως γνωστόν δεν υφίσταται υπερεθνική εκτελεστική αρχή που να επιβάλλει καταναγκαστικά την συμμόρφωση των κρατών με τις διεθνείς υποχρεώσεις τους. Έκαστο συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να επιδιώξει την συμμόρφωση του αντισυμβαλλομένου είτε μέσω διπλωματικών διαύλων, τουτέστιν διαβουλεύσεων, διαμαρτυριών και δια της ενεργοποίησης των κοινών επιτροπών που προβλέπει η Συμφωνία, είτε μέσω επισήμων διαπραγματεύσεων.
Σε ποιες περιπτώσεις, θα μπορούσε η Ελλάδα και η Γαλλία να αρνηθούν αλλήλοις την αμυντική συνδρομή, ακόμη και όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις νόμιμης άμυνας κατά το διεθνές δίκαιο, άνευ προηγούμενης καταγγελίας και χωρίς να παραβιάσουν το Άρθρο 2 της Συμφωνίας; Η Συμφωνία δεν καθιερώνει αυτόματη ή αντικειμενική υποχρέωση αμυντικής συνδρομής, μάλιστα η εκτίμηση περί ύπαρξης ένοπλης επίθεσης στην επικράτεια του αντισυμβαλλομένου και σχετικά με την αναγκαιότητα και αναλογικότητα της συνδρομής, αποτελεί κυριαρχική αξιολόγηση εκάστου συμβαλλομένου μέρους, με αποτέλεσμα η μη σύμπτωση απόψεων και η διαφορά στην εκτίμηση μεταξύ των συμβαλλομένων για την ύπαρξη ένοπλης επίθεσης να μην συνιστά αυτομάτως παραβίαση του Άρθρου 2 της Συμφωνίας. Αν και η Συμφωνία δεν περιέχει ρητή ρήτρα περιπτώσεων άρνησης της αμυντικής συνδρομής, η ερμηνεία του Άρθρου 2 γίνεται σύμφωνα με το γενικό διεθνές δίκαιο, το οποίο αναγνωρίζει ότι κάθε συμβαλλόμενο κράτος δεν υποχρεούται να ενεργήσει όταν τίθενται σε σοβαρό κίνδυνο η εθνική του ασφάλεια, η συνταγματική του τάξη και οι θεμελιώδεις κρατικές του λειτουργίες.
Έχει το δικαίωμα η Ελλάδα να απαιτήσει από την Γαλλία να μην εξάγει όπλα στην Τουρκία; Εμμέσως συνάγεται πως στην περίπτωση ένοπλης επίθεσης της Τουρκίας στην Ελλάδα, η Γαλλία υποχρεούται να μην βοηθά το επιτιθέμενο κράτος, εν προκειμένω την Τουρκία, αλλιώς θα παραβιάσει την υποχρέωση αμυντικής συνδρομής του Άρθρου 2 της Συμφωνίας. Όμως αυτή η υποχρέωση δεν ισχύει όσο υπάρχει ειρήνη. Στην Συμφωνία δεν υπάρχει διάταξη που είτε να απαγορεύει εξαγωγές οπλικών συστημάτων της Γαλλίας προς τρίτα κράτη, συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας, είτε να προβλέπει δικαίωμα της Ελλάδας να ασκεί έλεγχο στην γαλλική πολιτική εξαγωγών και να συνδέει την διμερή αμυντική συνδρομή με αποκλεισμό τρίτων χωρών, ειδικά της Τουρκίας, ενώ η γενική αναφορά σε «στρατηγική συνεργασία» δεν αρκεί για να θεμελιώσει τέτοια υποχρέωση. Επίσης στην Συμφωνία δεν συμπεριλαμβάνεται μήτε ρητή διάταξη μη εξαγωγής όπλων προς συγκεκριμένο κράτος και ρήτρα ασφαλείας που να συνδέει τις εξαγωγές με απειλή πολέμου κατά συμβαλλόμενου μέρους, μήτε σαφής μηχανισμός ελέγχου και κυρώσεων. Μάλιστα, στο Παράρτημα της ανανεωμένης Συμφωνίας αναφέρεται ρητά ότι η εμβάθυνση της συνεργασίας, «ιδίως όσον αφορά τον έλεγχο των εξαγωγών και τις δημόσιες συμβάσεις στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας», γίνεται με «με σεβασμό στις διεθνείς τους δεσμεύσεις και σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία καθενός από τα Μέρη» - συνεπώς η Γαλλία κρίνει μόνη της αν μια εξαγωγή όπλων είναι επιτρεπτή βάσει του δικού της εθνικού δικαίου και των διεθνών δεσμεύσεών της.
Η ρήτρα αμυντικής συνδρομής του Άρθρου 2 της ελληνογαλλικής Συμφωνίας λειτουργεί παράλληλα αλλά ανεξάρτητα προς το Άρθρο 5 της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού (ΝΑΤΟ), καθώς και προς το Άρθρο 42 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το Άρθρο 5 της Συνθήκης του Βορειοατλαντικής Συμμαχίας (ΝΑΤΟ) καθιερώνεται ρήτρα συλλογικής άμυνας και μία ένοπλη επίθεση κατά ενός Συμμάχου θεωρείται επίθεση κατά όλων, με συνέπεια την υποχρέωση στρατιωτικής συνδρομής, μία δέσμευση που είναι κανονιστική και δεσμευτική στο επίπεδο του διεθνούς δικαίου, αν και το είδος της συνδρομής αποφασίζεται από κάθε κράτος - όμως σύμφωνα την αυθεντική ερμηνεία που έχει δοθεί στο Άρθρο 5 της Συνθήκης από την Γενική Γραμματεία του ΝΑΤΟ κατά την διάρκεια της θητείας ως Γενικού Γραμματέα, του Ιωσήφ Λουνς, αυτή η συλλογική αμυντική συνδρομή δεν παρέχεται σε περίπτωση πολέμου μεταξύ κρατών μελών της Συμμαχίας, όπως στην περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου. Συνεπώς, το Άρθρο 2 της ελληνογαλλικής Συμφωνίας έρχεται να καλύψει ένα κενό στο σύστημα άμυνας της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Επιπροσθέτως το Άρθρο 2 της ελληνογαλλικής Συμφωνίας λειτουργεί συμπληρωματικά προς το Άρθρο 42 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεούνται να παράσχουν βοήθεια και συνδρομή σε κράτος μέλος που υφίσταται επίθεση, διατηρώντας όμως διακριτική ευχέρεια ως προς το είδος και την έκταση της συνδρομής, και χωρίς να προβλέπεται θεσμικός μηχανισμός εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και χωρίς το άρθρο 42 παρ. 7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προβλέπει μήτε ψηφοφορία και απόφαση οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μήτε μηχανισμό κυρώσεων ή δικαστικό έλεγχο συμμόρφωσης, ενώ η εφαρμογή του στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της καλής πίστης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εν κατακλείδι, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γαλλία αξιοποιώντας προοδευτικά τόσο την αντανακλαστική επιφύλαξη που κατέλειψε στην Ελλάδα, η τριετής Κατοχή της από την Γερμανία, όσο και τον αρνητικό ρόλο του βρετανικού παράγοντα στην πρόκληση του Κυπριακού προβλήματος, προέβαλε σταδιακά ως η μόνη μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη που θα μπορούσε να αποτελέσει ειλικρινή στρατηγικό εταίρο της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο, αναπτύσσοντας μια σχέση εμπιστοσύνης που εμπεδώθηκε από τον θετικό ρόλο της Γαλλίας στην ελληνική Μεταπολίτευση (1974), στην ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (1981) και στην διατήρησή της στην Ευρωζώνη (2015) - και κορωνίδα αυτής της ελληνογαλλικής στρατηγικής εταιρικής σχέσης είναι η Συμφωνία για την άμυνα και την ασφάλεια (2021).
* Ο Γεώργιος Τσουκαλάς είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω LL.M., D.E.S., απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης (2003), με μεταπτυχιακές σπουδές στο Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο του Νότινγχαμ (LL.M. in Public International Law, University of Nottingham, 2005), και στο Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λουβαίν (D.E.S. en Droit International et Européen, Université Catholique de Louvain, 2006).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Brownlie Ian, Principles of Public International Law, 9η έκδοση., Oxford University Press (2019).
2. Cassese Antonio, International Law, 3η έκδοση, Oxford University Press (2020).
3. Corten Olivier, The Law Against War, 2η έκδοση, Hart Publishing (2021).
4. Gray Christine, International Law and the Use of Force, 5η έκδοση, Oxford University Press (2024).
5. Kolb Robert, An Introduction to the Law of the United Nations, Hart Publishing, Oxford (2017).
6. Shaw Malcolm, International Law, 9η έκδοση, Cambridge University Press (2021).
7. Dinstein Yoram, War, Aggression and Self-Defence, 7η έκδοση, Cambridge University Press (2022).
8. Sloan Stanley, Defense of the West: NATO, the European Union and the Transatlantic Bargain, Manchester University Press (2016).
9. Dinstein Yoram, The Conduct of Hostilities under the Law of International Armed Conflict, 4η έκδοση, Cambridge University Press (2022).
10. Byers Michael, Custom, Power and the Power of Rules: International Relations and Customary International Law, Cambridge University Press (1999).
11. Tomuschat Christian, Developments in International Law: Theory and Practice, Brill Nijhoff (2010).
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου